Soul Kitchen*

*(Δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην «Απογευματινή» Κων/πολης 1/11/2010)

Μυστικό δείπνο μεταξύ φίλων. Ρυθμικές κυκλικές αιθέριες κινήσεις του καπνού στον αέρα. Ανάσες βαθιές και βλέμματα θολά πίσω από ιδρωμένα τζάμια των σκελετών μυωπίας που φοράς. Μπροκάρ δερμάτινα υφάσματα ζώνουν το σώμα σου και παρ’όλα αυτά χαμογελάς. Συζητήσεις που μοιάζουν περισσότερο με απολογίες πάνω σε στρογγυλά τραπέζια στο «σπίτι» της Ρειχάν. Αποτσίγαρα και σκέψεις μισοτελειωμένες. Διαμάχες με πιρούνια και μπαχαρικά. Λίγο ρακή ακόμα στο γεμάτο ποτήρι και πάνω στα μάτια σχηματίζονται δαχτυλίδια φωτιάς. Απενοχοποιημένες εκφράσεις, που προδίδουν ηθελημένα τα πάθη των κορμιών μας. Να είναι και εκείνες οι στιγμές που κοιτάς τον άλλον βαθιά μέσα στα μάτια, σκουπίζεις το ποτό πάνω στα χείλη και ορμάς με τις λέξεις για να τον κατακτήσεις. Θηριωδίες και μεγάλοι έρωτες της στιγμής. Γιατί οι έρωτες εδώ είναι μόνο της στιγμής.

Τσαλακωμένες και γεμάτες λάδια χαρτοπετσέτες κρύβονται κάτω από τα άδεια πιάτα. Μαχαίρια αιωρούνται στο πάτωμα και η Αρλέτα μόνη, στο διπλανό τραπέζι, εξομολογείται την τρέλα της σε έναν Τούρκο γκαρσόνι. Πόρνες και απόκληροι δυο στενά παρακάτω, μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι πάνω στο δρόμο ενώ η βροχή δυναμώνει. Χαμηλός φωτισμός από μια σόμπα που καίει μόνο πλαστικά ποτήρια. Κάνει κρύο και ένα μαύρο πλεκτό σάλι είναι σκαρφαλωμένο στο λαιμό μου. Ο Γ. μου εκμυστηρεύεται ότι έχει μεθύσει. Ο Μ. φιλοσοφεί στα γαλλικά. Ο αταίριαστος Φ. χασμουριέται εκκωφαντικά. Η Τ. ζητάει επειγόντως την ανδρική προσοχή και η Μη. βάφει τα χείλη της με κόκκινη μπογιά. Απομακρυσμένοι, μα δίπλα δίπλα καθισμένοι, υψώνουμε τις τραχιές εθνικές φωνές μας. Κάποτε, στο τέλος μαλακώνουμε τις χροιές μας και σκύβουμε το κεφάλι, αναζητώντας έναν ώμο για να κοιμηθούμε.

Πρωινό Παρασκευής και η Ρειχάν μας κερνάει ψημένο χαλβά με μπόλικη κανέλλα και ανοιχτό τούρκικο τσάι. Ο δίσκος γλιστρά μέσα στα χέρια από τους υδρατμούς και η πικρή μας γλώσσα καίγεται μέσα στο οθωμανικό ποτήρι. Οι καημοί βυθίζονται μέσα στο κουταλάκι του γλυκού. Αμανέδες ακούγονται από το πικάπ και ο αέρας ακόμα σφυρίζει μέσα από τις κλειδαρότρυπες. Προσπάθησα να αποφύγω αυτή τη μάζωξη της κουζίνας. Έκλεισα άλλα ραντεβού για άλλες συνάξεις, πιο καθημερινές και πιο βαρετές. Κι όμως, αναβλήθηκαν αυτά που θα έπρεπε να γίνουν. Τελικά πάντα λογαριάζεις, εν αγνοία των όσων θα συμβούν. Κι αναγκάζεσαι μετά να συμβιβάζεσαι. Συμβιβασμένοι λοιπόν, μαζεμένοι σε αυτή την κουζίνα, κι όμως παρά τα έντονα που νιώσαμε, όλοι μας θέλαμε να ήμασταν χώρια αυτό το βράδυ.

Συνωμοσίες μεταξύ φίλων. Κουβέντες που ειπώνονται για να γεμίσει το κενό της νύχτας. Κι όλα από αγάπη γίνονται και λέγονται. Η Τ. έφυγε πρώτη κλέβοντας ένα ασημένιο κουτάλι, για να προλάβει τι; Η Μη. έμεινε μόνη, να περιμένει. Τα αγόρια και εγώ κυνηγήσαμε ένα σκουπιδιάρικο στην Ιστικλάλ, γλιστρήσαμε σε μια κατηφόρα στο Κουμπάρατζι και ακούσαμε τον Ιμάμη από το Ταρλάμπασι. Αφού κουραστήκαμε να βλέπουμε ο ένας τον άλλον αποχαιρετηθήκαμε στα μισά του δρόμου. Μόνη τώρα περπατώ στην Πόλη και είναι σχεδόν 5 η ώρα το πρωί. Νομίζω ότι μόνο εγώ έχω παραμείνει ζωντανή, αφού κανείς πια δε μου αντιμιλά.

Advertisements

About Αχ Ελένη

Journalist, Author and Traveler
This entry was posted in Ιστανμπούλ, Οριένταλ Ντριμς, Το Κορίτσι, ξεσκόνισμα and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s