Σκούπα και Φαράσι

Γέμισαν με λέξεις τα στόματα, μέχρι που μπούκωσαν και είπαν φτάνει, ως εδώ. Η αρχή του Σεπτέμβρη σε δελεάζει επίτηδες για να την ακολουθείς. Τα Σαββατοκύριακα σε αφήνει να νομίζεις, πώς είναι ακόμα καλοκαίρι. Κι όμως τις καθημερινές, φοράς ξανά τη σχολική σάκα και τη μπλε ποδιά και πηγαίνεις στη δουλειά, αν έχεις δουλειά. Ένας άσπρος φιόγκος σπρώχνει τα μαλλιά σου προς τα πίσω και αφαιρείσαι, μέσα στις σκέψεις. Τίποτα δε στέκεται αρκετό μέσα στους διφθόγγους, που πιέζουν το θώρακα σου. Και ενώ δοκιμάζεις όλα τα μέρη του λόγου, ανακαλύπτεις, ότι μερικές λέξεις τις ακούς, πριν καν τις προφέρεις. Να, είναι που ξέρεις τις παρηχήσεις του κάθε γράμματος ξεχωριστά, γι’αυτό και η ευρεσιτεχνία και η αποδοτικότητα στην προσφώνηση τους. Το μυστικό τελικά κρύβεται στον τονισμό. Και αναμασάς τον ίδιο απερίσκεπτο συλλογισμό, μέχρι το τικ να γίνει τακ και ο μεγάλος δείκτης να συμπέσει με τον μικρό, τον αργοκίνητο. Φεύγεις αναδυόμενος πάνω στη μηχανή και σκάει η σκόνη πίσω σου, πετρώνοντας τους άλλους ένστολους μισθοφόρους του χρέους. Κι αν δεν πρέπει να πας στο γραφείο, κι αν δεν έχεις δουλειά; Δεν προσαρμόζεις πια ωρολογιακές βόμβες πάνω στο σώμα σου. Εφευρίσκεις άλλους τρόπους να το καταπονείς. Ξενυχτάς με εκείνους τους μαβί υπέρυθρους φακούς πάνω από τους σωρούς των λογαριασμών. Μετά τα απογεύματα κοκκινίζεις τις αγγελίες και παίρνεις τηλέφωνα ή στέλνεις βιογραφικά. Στα παγκάκια κοιτάς τα άστρα στο πίσω μέρος των φρι πρες και διαβάζεις τις επιπτώσεις της ανεργίας στη ψυχική υγεία. Πηγαίνεις στο φαρμακείο μπακάλικο της γειτονίας και συνάπτεις φιλίες με τον άσπρο ντίλερ για να σου δίνει χωρίς συνταγή τα υπνωτικά. Είναι που θες να κοιμηθείς για να ονειρευτείς την αφανή θάλασσα. Χρειάζεσαι μια ανακωχή, για να σε αποπροσανατολίσει από τους αντιπερισπασμούς του φθινοπώρου. Για αυτό, το καλοκαίρι είναι μια ψευδαίσθηση. Πάντα τα αναπάντεχα είναι αυτά που παραμένουν. Τα άλλα τα υπολογίσιμα, τα προβλεπόμενα τα υποψιάζεσαι και μένει κενό το ενδεχόμενο της χαράς, της έκπληξης. Η έκπληξη μεταβάλλεται σε πλήξη, στην κανονική γεωμετρική ζωή. Και όταν οι ευθείες και οι γωνίες της σε αγριέψουν, σχηματίζεις στο πράσινο τηλέφωνο τα χιλιόμετρα της επιστροφής. Και μιλάς στη μαμά για να πείσει τον μπαμπά να σου γράψει το χωράφι στο χωριό για να καλλιεργήσεις δάση και ανεμόπτερα. Προσαρμογή στα θέλω των περισσευμάτων του σήμερα. Αυτό σε αναγκάζει να κάνεις η σκούπα, όταν σε σπρώχνει άγαρμπα για να ακινητοποιηθείς στο τέλος, στη γδαρμένη από τον καιρό πλειάδα του φαρασιού της. Σκούπα και φαράσι είναι πάντα ασορτί.

Advertisements

About Αχ Ελένη

Journalist, Author and Traveler
This entry was posted in Λάθος κρίση, Μονόλογοι, Οι ενδιάμεσοι and tagged , , , . Bookmark the permalink.

4 Responses to Σκούπα και Φαράσι

  1. Ο/Η Theorema λέει:

    Και η τελευταία φράση σου μαχαίρι.

    Μου αρέσει!

  2. Ο/Η mplip λέει:

    επέστρεψες με κέφι και σε έριξε η Αθήνα? Μια απο τα ίδια

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s