Η εξόντωση

Με κούρασε η βραδύτητα της ελληνικής διανόησης. Τα αντανακλαστικά δε λειτουργούν, για να αποκρούσουν τις απότομες χειρονομίες. Τα σκαμπίλια επαναλαμβανόμενα και αθροιστικά σαν τις φορολογικές δηλώσεις. Και τα μάγουλα κόκκινα, σαν το χρώμα του κερασιού, όταν είναι η ώρα της συγκομιδής του. Άρχισαν τα μπάνια του λαού και όλοι τρώνε τα κουκούτσια. Η ουτοπία είναι μακριά και ο τυφλός μέσα στο λεωφορείο φώναζε «Αγάπη ρε μουνιά, μόνο αγάπη» και τα μάτια των ξενιστών, τον κοιτούσαν θορυβημένα. Και η φωνή του μίκρυνε, συρρικνώθηκε ξανά μέσα στο αχανές πεζοδρόμιο ενός πολυσύχναστου δρόμου. Και το λεωφορείο κατέβαζε επιβάτες που φορούσαν σκάφανδρα και κουκούλες σε στάσεις που απείχαν πολλές εποχές. «Κοπελιά δεν είμαστε καλά, το βλέπεις;» μου λέει ένας ποδηλάτης και εγώ πατάω το κουμπί, αυτό το σημαδεμένο με τον κίνδυνο, για να κατέβω. «Αλήθεια οι άνθρωποι ερωτεύονται ακόμα;» με ρωτάει ένα ξυπόλυτο γυφτάκι που πουλάει χαρτομάντιλα. Το κοιτώ απολογητικά και προτιμώ να αγοράσω χαρτομάντιλα, παρά να υποκριθώ την αλήθεια. «Μπα όλα εκποιούνται και μετά φορτώνονται σε μια καρότσα που σέρνει το καχεκτικό λεωφορείο, θέλεις να αγοράσεις κάτι;» προλαβαίνει και απαντάει μια γιαγιά με σιδεράκια στα δόντια. «Μου λείπει μόνο η ξεγνοιασιά της αθωότητας» της αποκρίνομαι. «Άστο κοπελιά, εμείς επιστρέφουμε στην επαρχία καθώς ο μικροαστός κατηγορείται πια για δειλία και εσχάτη προδοσία» λένε κάποια αλαφιασμένα μάτια. Και ανοίγουν οι ηλεκτροφόρες πόρτες και σκοντάφτω στα σκαλιά από τα σπρωξίματα, ενώ τα γάντια μετανοιώνουν που δε διέπραξαν πιο νωρίς το φονικό. Δεν υπολογίστηκαν σωστά τα μέτρα και σταθμά και έμειναν να με κοιτούν, να απομακρύνομαι, με τα πρόσωπα τους κολλημένα πάνω στα τζάμια. «Πες μου, μίλα μου επιτέλους δυνατά, το ατομικό μπουκλέ εγώ σου, κινδυνεύει να πιαστεί από τα κλαδιά που εξέχουν στο δρόμο» παραμιλάει μόνος ένας τρελός στην Πανεπιστημίου. «Σταμάτα επιτέλους να βυθίζεσαι στην ηλιθιότητα τους. Η σκευωρία είναι πράξη ποινική, που καταδικάζει ακόμα και το θηρίο του παλιού καιρού. Όμως εσύ πλάγιασες με όλους τους Λεβιάθαν της ιστορίας» επαναλαμβάνουν δυο μικρά παιδιά μέσα από κάτι μεγάφωνα. Αρχίζω πια να πιστεύω ότι θέλεις μόνο να με εξοντώσεις, γυρίζω και σου λέω. Και περπατώ με τα χέρια να καλύπτουν τα αυτιά και προφέρω απεγνωσμένα λέξεις που νομίζω ότι θα με γλυτώσουν. Απολογητικά με πυροβολείς και μετά υποφέρεις από πονοκεφάλους, που προκλήθηκαν από της αϋπνίες της ενοχής. Κάποτε σε ρώτησα, αν κοιμάσαι τα βράδια από τις τύψεις. «Παίρνω υπνωτικά και δε βλέπω πια εφιάλτες» ήταν το απόκομμα των λέξεων σου. Και όλοι οι δολοφόνοι από τότε,  κοιμούνται τα βράδια εν ειρήνη.  

 

Advertisements

About Αχ Ελένη

Journalist, Author and Traveler
This entry was posted in Αθήνα, Λάθος κρίση, Οι Άλλοι, διαφημίσεις and tagged , , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Η εξόντωση

  1. Ο/Η the elf at bay λέει:

    Αυτό το εγώ μας είναι πελώριο. Κι μας τρώει. Κι μας αρέσει.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s