Όπως συντάσσονται οι λέξεις

Αλήθεια πες μου πώς θα σε εντυπωσιάσω; Μηχανεύομαι τρόπους κλεμμένους από ταινίες ασπρόμαυρες όπου τα καρέ πέφτουν στις οθόνες τρεμάμενα λες και δειλιάζουν να φανερώσουν τις γυμνές τους ατέλειες. Το σημάδι στο στήθος, η ελιά κάτω από τη μασχάλη, οι στρογγυλάδες γύρω από τη μέση, το φθαρμένο στην άκρη φρύδι, το φαγωμένο από τα μετωπιαία χτυπήματα γόνατο, οι ισχνές γάμπες. Και έτσι όπως περνάνε βιαστικά τα κοντινά, οι λέξεις είναι ανορθόγραφες από ντροπή. Αρθρώνω τα πάθη σφυγομετρημένα και τονισμένα με δυσκολία στη λήγουσα. Τα συναισθήματα διστακτικά, αναπνέουν πίσω από τον παιδικό και χρόνιο τραυλισμό μου. Αυτά λένε οι άλλοι, συμβαίνουν αμοιβαία. Τότε στην σύλληψη τους, ακόμα και οι μουσικές συμπέφτουν με τα νιώθω των παρευρισκομένων. Συγχρονισμός και ματαιότητα στο βάθος των στιγμών. Κι αν δε μπορώ να ακολουθήσω στο βάδην, πώς είναι δυνατόν να σε διαβάζω; Ποιητική άδεια άνευ αποδοχών για τρεις μήνες αυτό το καλοκαίρι και θα ετοιμάσω βαλίτσες με λινά ασπρόρουχα. Και όταν πεζοί θα τρέχουμε στην πυρρόξανθη άσφαλτο, θα αμολάνε τα σκοινιά και οι φούστες και τα μακό θα χορεύουν βαλς στον αέρα. Και οι στιγμές μας, θα γίνουν κλεμμένη σκηνή αγάπης. Και θα με ρωτάς για την τούρκικη γραμματική και το πώς συντάσσονται οι λέξεις και εγώ θα σου ξεχωρίζω μόνο την αγάπη από τον έρωτα. Παράξενη γλώσσα η τούρκικη, μπερδεμένη ασύμφορη στο στόμα να την προφέρει, για αυτό θα με γεμίζεις με φιλιά. «Μάλλον δε μας ταιριάζει η Αθήνα» θα μου πεις και «ο κόσμος της βαριέται πια να σχολιάζει εμάς», θα προσθέσω εγώ. Υπερκινητικότητα ακόμα και στον τρόπο που το κουταλάκι προσπαθεί να απεμπολήσει τη μαστίχα μέσα στο νερό. Κίτρινα υποβρύχια και καφέ ελληνικό με λουκούμι τριαντάφυλλο, χαμηλά στο πιατάκι. Θα διαβάζουμε βιβλία και εφημερίδες. Θα λύνω σταυρόλεξα και θα παρατηρώ τον κόσμο με τα γυαλιά ηλίου, που ματαιοπονεί ξαπλωμένος στις άβολες ψάθινες καρέκλες σκηνοθέτη. Εσύ χωμένος στις μεγάλες σελίδες της εφημερίδας θα με ξεχνάς ότι υπάρχω και θα μονολογείς τα νέα βρίζοντας βραχνά. Θα υπάρξουν και στιγμές απελπισίας. Είναι τότε που είμαστε αποκαμωμένοι μετά τη θάλασσα και τα πόδια γυμνά, ξεκουράζονται στα στρογγυλά χερούλια της καρέκλας καφενείου. Το παγωτό λερώνει το φανελάκι και τα μαλλιά. Αφαιρούμαι και αποπροσανατολίζομαι μακριά σου. Να είναι τα κουβαδάκια στην άμμο, το κέλυφος ενός κροκόδειλου που είναι γεμάτο άμμο, τα βρεγμένα μαλλιά που λεκιάζουν τα ρούχα, ο αέρας που σηκώνει τα φύλλα της φούστας και εσύ που δε μιλάς. Και σε αυτό το κενό της ώρας, που κανείς δε θέλει να το αναπληρώσει με κάτι άλλο, απλά εγώ θα το βάλω στα πόδια. Απότομη προσγείωση και φόρτιση και φόβος ότι η φυγή προς τα άστρα δε θα πραγματοποιηθεί. Και θα με πιάσεις από το χέρι για να με συνεφέρεις στην πραγματικότητα μας. Θα με κεράσεις λεμονάδα με καλαμάκι και θα μου συστηθείς ξανά. Και απλά θα φλερτάρουμε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, παίζοντας το ίδιο ακριβώς παιχνίδι και θα ερωτευθούμε πάλι από την αρχή ξανά και ξανά.

Advertisements

About Αχ Ελένη

Journalist, Author and Traveler
This entry was posted in Συνουσίες, Το Κορίτσι, Το αγόρι and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s