Το Τώρα

Ρωγμές και απαιτήσεις. Λογαριασμοί κολλημένοι με ζιλοτέιπ στην άσπρη ξεβαμμένη επιφάνεια του ψυγείου. Δανεικά και ο αντίχειρας δε λέει να ξεκολλήσει από τον δείκτη. Δελτίο ειδήσεων και τρέμει. Χρέη και στο μέσον ρέει. Μεσάζων για να λυθούν τα ψυχολογικά. Παρεμβάσεις στα κλαδιά των ξεχασμένων δένδρων. Οι γιρλάντες των Χριστουγέννων και τα φωτάκια έχουν παραμείνει στην πρίζα. Στον Γαλατά, στο Νάκκα καφέ, στα δενδρύλια ακόμα κρέμονται χρυσές μπάλες. Ο γαλανομάτης σερβιτόρος υποκρίθηκε άγνοια για το ετεροχρονισμένο ατόπημα του. Βιαστικά τις πήρες και τις δυο και τις φόρεσες σα σκουλαρίκια στα αυτιά. Εκείνος γέλασε και σε κέρασε τούρκικο καφέ και το τηλέφωνο του. Και επιστροφή στο σπίτι. Νυχθημερόν οι ίδιες απολαύσεις και οι παραλογισμοί. Τακτικές που σπρώχνουν τα μαλλιά πίσω από τα αυτιά για να στερεωθούν πιο διεκδικητικά οι ματιές των λόγων. Να φύγεις; Να ανοίξεις διάπλατα την πόρτα του ψυγείου και να στερεωθείς στο πρώτο ράφι ανάμεσα στο ληγμένο κουτί του άσπρου γάλακτος και τις σαπισμένες μπανάνες; Να φύγεις; Να βουλιάξεις βαθιά μέσα στο μέλι και να ακινητοποιήσεις τις αισθήσεις σου. Βαθιά πολύ βαθιά εκεί που δε φτάνει κανείς και ακόμα πιο πέρα, μακριά, πιο μακριά, στη θάλασσα. Αλήθεια, πίστεψες από νωρίς πως οι αναπάντεχες εξάρσεις ενθουσιασμού, γλυτώνουν από τις τάσεις για μελαγχολία;

Παλιά πολύ παλιά γράφτηκαν αυτά τα παραπάνω, όταν ακόμα η ομίχλη, έκρυβε τους μιναρέδες των τζαμιών και τα χρώματα ξεβάφονταν πάνω στο χρωματικό δίσκο. Ήταν ο καιρός που δε χάζευες τον ουρανό, μόνο δήλωνες μαλθακός, θύμα του επικείμενου χειμώνα. Τότε έκανες συνεχώς λάθος τα χρώματα. Μα πώς είναι δυνατόν να μπερδεύεις το πορτοκαλί με το μοβ; Ακόμα και η αρρώστια της αχρωματοψίας είναι για συγκεκριμένες ιαχές αποχρώσεων. Τώρα πια αγναντεύεις μεθυσμένος το πέραν το μακρύ και χαμογελάς για αυτά που έχεις ζήσει εδώ τα αγαπημένα. Άνθρωποι, σπίτια και η αυτόβουλη ενέργεια της Πόλης, που σε παρασύρει στη δύνη της. Είναι που μπήκε Άνοιξη και το χλαμούρι πέταξε τα πρώτα άνθη του στην περατζάδα του δρόμου. Τα αγόρια μαζεύονται σε παρέες και τα κορίτσια κρέμονται στα παράθυρα μοιράζοντας ματιές. Και φωνές πολλές φωνές σκορπούν σαματά και παραλογισμούς.

Ξαφνικές εναλλαγές μέρας και νύχτας και εποχών στις ταράτσες των σπιτιών και εσύ κάνεις ηλιοθεραπεία πίνοντας γιαγκερμάιστερ. Και τα μαύρα γυαλιά ηλίου σπασμένα στη μέση πάνω από τη μύτη αποκρούουν τον καυτό ανοιξιάτικο τούρκικο ήλιο. Στις κεραμοσκεπές του υπόλοιπου μαχαλά, γλάροι παραμονεύουν απειλητικά φαντασιώνοντας το γυμνό σου σώμα. Και κοκκινίζει το μέτωπο σου και ανεβαίνει ο πυρετός. Σαράντα και κάτι και πλησιάζει το καλοκαίρι. Πάντα να προλάβεις με βιασύνη τα επόμενα. Κι όμως αυτή τη δεδομένη ώρα, μαθαίνεις ίσως για πρώτη φορά να κυλίεσαι στα σαρκοφάγα υπολείμματα των κεραμιδιών και να αγναντεύεις από ψηλά το απέραντο σου τώρα.

Advertisements

About Αχ Ελένη

Journalist, Author and Traveler
This entry was posted in Ιστανμπούλ, Συνουσίες, Το Κορίτσι and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s