Η γραμματέας

Τελικά μου φαίνεται δε θα ζήσω γράφοντας. Να είναι και οι εποχές οι ελληνικές γκρίζες, όπου και ο έρωτας ακόμα θα γίνει χόμπι. Νεκρανασαίνοντας πίσω από τις σκιές ενός μουτζουρωμένου από το καυσαέριο παραθύρου, μετράω στο καντράν του ραδιοφώνου τους σταθμούς της Αθήνας. Αδημονώ πότε ο κύριος ανιαρός αφεντικός θα γυρίσει το κουμπί, μήπως επιτέλους και ενθουσιαστώ και με απομακρύνω από την πλήξη που κυκλοφορεί αδέσποτη στο γραφείο. Και οι παραλαβές και οι εξισώσεις και τα δείπνα και τα πάρτι, σημειώνονται ασθενικά στη γραφομηχανή. Ευτυχώς, δήλωσα ότι δε ξέρω να κάνω καφέ και γλύτωσα τα συζυγικά καθήκοντα. Αλήθεια υπάρχουν άντρες γραμματείς ή είναι ένα από τα κατοχυρωμένα γυναικεία επαγγέλματα;

Τρώω το καπάκι του στυλό και ρίχνω απερίσκεπτα το βλέμμα μου στην άκρη του γραφείου, εκεί που ενώνονται τα πόδια και το σκληρό από πάνω σκέπαστρο. Μια τόση δα αραχνούλα έχει πλέξει έναν αρρωστιάρη ισχνό ιστό. Φαίνεται ότι η καθαρίστρια, τα βράδια αλλάζει μόνο σταθμό και καπνίζει μερικά από τα ξεχασμένα μου μουράτι. Ίσως όμως κάπου κάπου να παίρνει αγκαζέ τη λιγερόκορμη σφουγγαρίστρα και μαζί να σχηματίζουν νωπά βήματα ταγκό στο γκρίζο δάπεδο. Καμιά φορά τα πρωινά που έρχομαι νωρίς, για να στερεώσω καλύτερα το χαλάκι στην εξώπορτα, έχει ξεχάσει στην πρίζα το ραδιόφωνο και η βελόνα πάντα ακουμπάει στους 35,5. Έτσι γνώρισα και την Κόνει Φράνσις ένα άγουρο πρωί του Σεπτέμβρη. Τα γεμάτα γυναικείους λυγμούς γυρίσματα της, πόνεσαν το μέσα μου. Άραγε η κοπέλα που υποδύεται την καθαρίστρια όταν τελειώνει η βάρδια της, θα αισθάνεται μοναξιά; Τη φαντάζομαι να βγάζει την ποδιά και το φακιόλι που έχει στερεώσει με μαύρα τσιμπιδάκια στα μαλλιά της και να φορά τα τακούνια που έχει κρύψει μέσα στην πλαστική σακούλα και να χορεύει σε κάποια γειτονία της Αθήνας, για να μη νιώθει μόνη. Πόσο θα ήθελα να τη δω και να τη χειροκροτήσω.  

Πάντα με δυσαρεστούσε η άπνοια των γραφείων. Άχρωμοι, με σκόρπια μεμονωμένα αντικείμενα αταίριαστα ακουμπισμένα. Και οι προσωρινοί τους ενοικιαστές, ντυμένοι, πνιγμένοι σχεδόν στις φόρμες εργασίας. Ταγέρ και κουστούμια χωρίς μια λεπτή άσπρη ρίγα πάνω τους. Και η φαντασία ευτυχώς σε σώζει έστω και προσωρινά για να αντέξεις το κατασκευασμένο σε μικρές κούτες παρόν. Θέλω να τους ανακρίνω έναν έναν ξεχωριστά τους συναδέλφους μου στη θλίψη. «Δε σε σφίγγει η γραβάτα; Τα τακούνια πλήγωσαν τις γάμπες σου; Θέλεις να καπνίσουμε μαζί ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι; Φοβάσαι; Έχεις παιδιά; Όταν φεύγεις από εδώ που πηγαίνεις; Πως τον πίνεις τον καφέ; Πάντα ήθελες να γίνει αφεντικό; Σου αρέσει η δουλειά σου; Όταν ήσουν μικρός τι ήθελες να γίνεις; Αλήθεια θέλεις να φύγουμε μαζί από εδώ; Θέλεις να αγαπηθούμε;».

Το αφεντικό φοράει την ίδια γραβάτα εδώ και  δυο βδομάδες. Μάλλον θα τον χώρισε η γυναίκα του. Είναι όμως παντρεμένος; Ποτέ δε θέλησα να μάθω. Κι αυτοί όμως δε ξέρουν τίποτα για εμένα ούτε καν το μικρό μου όνομα. Όταν ο άλλος σε προσφωνεί με το «Μίνα» υποδηλώνει μια οικειότητα. Όμως η ζωή στο γραφείο είναι σαν τα ξενοδοχεία της μια νύχτας. Μόνο που ξεχνιέσαι και δε ρυθμίζεις το ξυπνητήρι να χτυπήσει, με αποτέλεσμα να κοιμάσαι εκεί για χρόνια. Δε φταίνε όμως τα γραφεία, πάντα ήταν χώροι που κανείς δε χωράει μέσα τους, γιατί υποφέρει από την ασφυξία. Στενοί με φθηνά πόστερ, αγορασμένα από το βιβλιοπωλείο της γειτονίας, να κρέμονται στους τοίχους και πλαστικές γλάστρες ξεχασμένες στις άκρες των παραθύρων, όπου τα σκονισμένα μηχανοκίνητα στόρια κρύβουν τη θέα των άλλων ανθρώπων. Η δουλειά είναι ο τελικός παρανομαστής. Και εσύ στέκεσαι αμήχανος, ανήμπορος σχεδόν μπροστά της, αφού δε μπορείς να κάνεις πια τις πράξεις. Παγιδεύτηκες σε ρητούς και άρρητους, που όρισες εσύ σε αυτό το τυφλό σύστημα. Ευθυνόφοβος τώρα πια υποχώρησες σε τούτο το γραφείο.

Όταν ήμουν μικρή, με ρώτησαν, τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω και εγώ τους είπα ακροβάτης σε τσίρκο. Ώρα για μεσημεριανό, μια ώρα με το ρολόι διάλειμμα. Τικ τακ, τικ τακ και κανείς δε μασάει. Δύο χρόνια κανείς δε στριμώχνεται μαζί μου στο μικρό κουζινάκι. Τα τάπερ και τα αλουμινόχαρτα ανοίγονται στο φτιαγμένο από αλουμίνιο γραφείο και οι γραφομηχανές αμολάνε χαρτιά. Τα φαγητά στο τέλος ξεχνιούνται στο καλάθι των αχρήστων. Μα κανείς δεν τρώει εδώ μέσα πια; Το τοστ από ψωμί δημητριακών φαγώνεται νευρικά και γρήγορα. Βιάζομαι να επιστρέψω στο γεμάτο από σκούρα σακάκια χώρο. Νομίζω ότι το κίτρινο της μουστούρδας ακούμπησε στο πέτο μου. Τώρα πια μεγάλωσα, θα αλλάξω πρώτα σταθμό και μετά θα φύγω μια για πάντα από εδώ. Siboney…

Advertisements

About Αχ Ελένη

Journalist, Author and Traveler
This entry was posted in Οι ενδιάμεσοι, ξεσκόνισμα and tagged , , . Bookmark the permalink.

One Response to Η γραμματέας

  1. Ο/Η rusty nail λέει:

    exeis gyrisei tin monaxia to mesa -exw, san fanelaki pou to foraei kaneis anapoda gia na min ton matiazoun…..

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s