Η κα. Πέτρα

Ασανσέρ και κυλιόμενες, σκάλες που οδηγούν σε πατάρια, εκεί που συνήθως κρύβουν τις προκηρύξεις των χαμένων, από το άγχος, νοικοκυρών. Ελικοφόροι κύλινδροι στα σκοτεινά κοτέτσια των μικρών κουζινών και στο βάθος ουτοπίες. Κουμπιά με τέσσερις στρογγυλές εσοχές και μια βελόνα με κίτρινο νήμα να ράβει αδιόρθωτα τρύπιες κάλτσες. Μια δαχτυλήθρα μπλε, δώρο από τη Σαγκάη. Ήθελε να της φέρει κάτι αναμνηστικό, για να της θυμίζει που πήγε αυτός ταξίδι. Μαγειρεύει φασολάκια και τα μαλλιά της μυρίζουν τσιγαρισμένο φρέσκο κρεμμύδι. Μια φέτα ψωμί, σερβίτσιο, πετσέτες και καλοί τρόποι. Ανασαίνει μέσα στο κρυστάλλινο ποτήρι, προίκα της μαμάς και ένας πόντος φεύγει από το μπλε ηλεκτρίκ καλσόν. Αντανακλάται η παρουσία της στο τζάμι της κουζίνας. Τα ρόλει στα μαλλιά και το προστατευτικό φακιόλι, της θυμίζουν τη Λούσι Μπόλ της ασπρόμαυρης αμερικάνικης τηλεόρασης . Στο τρανζίστορ παίζει ο Hawley και οι τουριστικοί μαγνήτες του κόκκινου ρετρό ψυγείου από τα ταξίδια του, αποσυρμολογούνται. Παρίσι, Ταγγέρη, Βαγδάτη, Βηρυτό και φωτογραφίες των πρώην. Το μανό ξέφτισε πάνω στα νύχια από του υδρατμούς και τα πρώτα κουμπιά της ρόμπας κρέμονται παρατημένα. Τα φασολάκια άρπαξαν. Η κατσαρόλα πετάχτηκε στην πλαστική σακούλα που κρέμεται από το πόμολο του ντουλαπιού. Εκφράσεις για να εντοπιστούν αντιδράσεις; Καμία. Τσιμπάει ανελέητα τον εαυτό της με ένα πιρούνι. Πονάει, άρα έχει ακόμα ανθρώπινη υπόσταση. Η μετάλλαξη θα αρχίσει όταν συμπληρωθεί και το τελευταίο τέταρτο του φεγγαριού. Έχει όμως ακόμα χρόνο να κάνει άλλο φαγητό. Ο κούκος του τοίχου την επιβεβαιώνει. Ψιλοκόβει τον μαϊντανό και συλλογίζεται τις πρώην του, πουδραρισμένες καλλονές του Φελίνι με μαύρα γυαλιά ηλίου, να ποζάρουν κάτω από τον Αυγουστιάτικο ήλιο. Και εκείνη είναι μια απλή νοικοκυρά, των αμερικάνικων διαφημίσεων του 50. Ασχολείται με κουτάλες και ταψιά και ποζάρει στον εικονογράφο  με την άσπρη οδοντοστοιχία της, που ξεπροβάλλει μέσα από τα κόκκινα μόνιμα χείλη. Προσθέτει αλάτι και πιπέρι, ανακατεύει και το γκάζι παίρνει φωτιά και χαμογελά μπροστά στα πυρίμαχα σκεύη. Για μια στιγμή νόμισε πως κόλλησε το χαμόγελο της και πανικοβλήθηκε. Ξεροκατάπιε και έβρεξε με νερό τα ούλα της. Απόφυγε να μασήσει την καραμέλα που βρέθηκε στην τσέπη της ποδιά της. Φοβήθηκε ότι άμα λιώσει, η κρυσταλλωμένη ζάχαρη, θα μείνει για πάντα με το στόμα ανοιχτό και τότε θα είναι μια χαρούμενη νοικοκυρά των ’10s. Κλειδιά ανοίγουν την πόρτα και το φαγητό δεν είναι ακόμα έτοιμο. Αυτός κάνει τον καθιερωμένο κύκλο μέσα στο σπίτι. Ψάχνει κάτω από τα χαλιά και τον καναπέ και τα τραπεζομάντιλα. Όλα σε τάξη. Της αφήνει ένα δεματάκι με ροζ κορδέλα στο τραπέζι της κουζίνας. «Σύνεργα ραψίματος από την Ιταλία» της λέει και κάτω από το μαγνητάκι της Πίζας αφήνει ακόμα μια πρώην. Εκείνη παίρνει την κόλλα στιγμής που έχει στο πρώτο συρτάρι και τη φοράει στους φρονιμίτες της.  Τα χέρια της μοιάζουν να απλώνουν το κραγιόν. Γυρίζει προς το μέρος του, αλλά αυτός δεν την κοιτά. «Το φαγητό θα είναι έτοιμο σε δέκα λεπτά», του ανακοινώνει και το πάνω χείλος της τρεμοπαίζει. Φοβάται μην της πέσει. Ευτυχώς όμως εκείνος δεν το καταλαβαίνει.

Advertisements

About Αχ Ελένη

Journalist, Author and Traveler
This entry was posted in Οι ενδιάμεσοι and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s