Συντονισμένες συλλογιστικές*

¨ «(..)Άρχιζες να περνάς μέσα απ’ τη ζωή με το αργόσυρτο βήμα του φιλόσοφου ή του clochard, ανάγοντας όλο και περισσότερο τις ζωτικές χειρονομίες σε απλό ένστικτο αυτοσυντήρησης, στην εξάσκηση μιας συνείδησης που περισσότερο την ενδιαφέρει να μην την εξαπατήσουν παρά να αντιληφθεί την αλήθεια. Λαϊκιστικός εφησυχασμός, μετριοπαθής αταραξία, ευγενής αγένεια, προσεκτική απροσεξία». (Χ. Κορτάσαρ, Κουτσό.)

Μου λέει ότι είμαστε λίγοι μπροστά σ’ αυτό που συμβαίνει. Ερμηνεύουμε τον κόσμο από μια απόσταση, σοφά υπολογισμένη (και σίγουρα πάντως αρκετά ασφαλή). Οι μικροαστοί, οι εναλλακτικοί, οι διανοούμενοι. Όλοι τους προχωράνε μες στη διαρκή μυωπία τους. Πολύ φοβισμένοι, πολύ cool, πολύ εκτός πραγματικότητας. Και εμείς οι χειρότεροι, λέει. Υπεράνω, μίζεροι και υπεύθυνοι για τίποτα απολύτως. Το χόμπι μας είναι η εξεύρεση δικαιολογιών και αντιφατικών επιχειρημάτων. Η δουλειά μας δεν έχει όνομα. Ο καιρός περνάει από πάνω μας, αλλά ούτε κι αυτό μας ζορίζει. Είμαστε ζωσμένοι ειρωνείες, σχετικισμό. Η καρδιά μας εκσφενδονίζει σφαίρες κυνισμού.

Τώρα περπατάμε ανάμεσα στους ανθρώπους που μυρίζουν δουλειά, βαρύ φορτίο και φτηνό ούζο. Στο πεζοδρόμιο δίπλα μας, κάποιος μαζεύει χαρτόκουτα απ’ τους κάδους. Πιο κάτω μασκαράδες χορεύουν στη μέση του δρόμου. Για όλα έχουμε εξήγηση. Τίποτα δεν μας σοκάρει. Ίσως μόνο μια διακοπή ρεύματος.

 Α. θα ερωτευτεί την πρώτη λουλουδού που θα βρει μπροστά του. Ο άλλος ψάχνει γκόμενες κάτω από περούκες και κοκτέιλ, μόνο στους εναλλακτικούς δρόμους της πόλης. Στη Συγγρού μας ζητάνε τσιγάρο. Πάνω μας έχουμε μόνο ένα κινητό με μια μπαταρία που αργοπεθαίνει. Στο αυτοκίνητο η Β. μας εξηγεί με μεγάλη σοβαρότητα ότι παλιά άκουγε A. Franklin και τα γρήγορα του Charles. Τώρα, αυτά που περισσεύουν απ’ τα μπεστ της Simone και κάτι γρατζουνισμένα της Fitzgerald. Ο Γ. μας στέλνει για ύπνο μιλώντας σαν το Γκόρπα «δεν ζητάω παρά μονάχα να βρεθεί κάποιος να μου ανάβει το τσιγάρο μου. Και οι φιλοδοξίες μου αυτομάτως θα επιστρέψουν στις φυσιολογικές τους διαστάσεις». Τουλάχιστον ακούσαμε μια αλήθεια πριν τελειώσει η νύχτα.

Τρώνε στο χαμηλό τραπεζάκι του σαλονιού. Αυτό της κουζίνας έχει καταργηθεί. Απαιτούσε κουβέντες και τα βλέμματα δεν μπορούσαν ν’ αποφύγουν τα τετ α τετ. Τώρα τρώνε σκυφτά και παράλληλα. Τα μάτια τους βλέπουν όλον τον κόσμο και κυρίως όχι τον δικό τους. Μια ξανθιά τους λέει τα νέα της ημέρας. Αυτός γυρνάει προς το μέρος της. Ξαφνικά, μια ακατανίκητη επιθυμία να της ρίξει ένα χαστούκι με όλη του τη δύναμη. Ύστερα κλοτσιές στο στομάχι και επαναλαμβανόμενες γροθιές. Στο μαξιλάρι να απλώνεται το αίμα. Να τελειώνει χωρίς ιδιαίτερες φωνές ή υστερίες. Αντ’ αυτού, το πάτημα ενός κουμπιού. Χωρίς να την κοιτάξει αλλάζει κανάλι.

Τον ρωτάω γιατί δεν τη σκότωσε. Μου έδειξε μόνο μια σκηνή. Μαύρο παλτό και τσαντάκι. Περίμενε δίπλα στην μπάρα να πάρουν οι υπόλοιποι τα πράγματά τους.

Μέσα σε δευτερόλεπτα, είδα την πλάτη της μισή έξω απ’ το μαύρο φόρεμα, με το μαγιό λυτό, κρυμμένη απ’ το πουκάμισό μου, κοιμισμένη και κολλημένη πάνω μου, να περιμένει αμήχανη, να φεύγει θυμωμένη, γυμνή να ζει για τα δάχτυλά μου. Με ρώτησε αν πιστεύω πως υπάρχει ακόμη ελπίδα, κάτι αισιόδοξο. Του έδειξα μόνο μια σκηνή. Μαύρο παλτό και τσαντάκι.

 υγ. η σκηνή κλεμμένη. αλλά έτσι ωραία που μου την είπαν χτες βράδυ κι ενώ είχα πιει, τί άλλο περίμεναν».

*φθονερά κλεμμένες από το Βυτίο

Advertisements

About Αχ Ελένη

Journalist, Author and Traveler
This entry was posted in Αθήνα, Οι Άλλοι, Ποίηση Παναντόλ, Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s