Δυο Δυο Τέσσερα

224. Διακόσια εικοσιτέσσερα, δυο δυο και τέσσερα κάνει τη διαδρομή Πολύγωνο Καισαριανή. Πάω να αγοράσω εισιτήριο, (ναι με έχει πιάσει αυτό το φιλότιμο), από το μίνι μάρκετ της γειτονιάς. «Ξέρεις κοπελιά με κλέψανε χθες, δεν έχω και τσιγάρα, μου άδειασαν το μαγαζί, ακόμα και τις σερβιέτες πήραν. Κοπελιά δεν είμαι καλά. Όλα έγιναν χθες το βράδυ. Δεν ήταν αλλοδαποί δικοί μας ήταν και…» παράπονο και απόγνωση και κάπου στη σχισμή ένα χαμόγελο και αυτό μισό. Υψηλός πυρετός και εσύ προσπαθείς να βάλεις κρύες κομπρέσες. «Καλημέρα κοπελιά, να είσαι καλά» και εσύ γνέφεις τα αντίο διστακτικά, φοβούμενη μη σε ακολουθήσουν οι τριγμοί της φωνής του συνοικιακού υπό εξαφάνιση μίνι μάρκετ. Στη στάση επαναλαμβάνεις ράθυμα δυο δυο τέσσερα. Δύο και δυο ίσον τέσσερα. Λες να μπερδευτείς και να χαθείς στις αριθμητικές τις πράξεις και από την αδυναμία σου να κάνεις σωστούς λογαριασμούς να χάσεις το λεωφορείο; Λίγες ώρες πριν, παραλίγο, λόγω ανθρώπινου λάθους (είναι αυτά που γίνονται από αφηρημάδα), να κρατήσω το 7ημέρο εισιτήριο που μου έδωσε ο καθούμενος κλητήρας του γκισέ στο μετρό της Πανόρμου. Σαχλαμάριζε με το μικρόφωνο στο αυτί, σαν τους παππούδες που συναντούσες παλιά στο Ζάππειο και μιλούσαν μόνοι βρίζοντας τον δήμο για τα σκουπίδια, ή τις γυναίκες της ζωής τους. Αυτός νόμιζες ότι σε έλεγε μωρό του, αλλά αποδείχτηκε ότι το χαϊδευτικό πήγαινε στη ψείρα που φορούσε στο αριστερό αυτί. Χτυπάω το τζάμι για να με προσέξει και η φωνή μου, που ακούγεται σαν εκείνες των ροζ παλιών γραμμών, του ζητάει ένα ολοήμερο για βόλτες στην Αθήνα. 4 ευρώ. Το τέσσερα, στα τέσσερα, τέσσερα. Τέσσερα, τέσσερα, πλην τέσσερα. Αυτός θολός, σχεδόν ιδρωμένος, από τη γυνή της γραμμής, σου δίνει το άλλο με το δεκατέσσερα, της μιας βδομάδας. Μπρος πίσω και ο νεαρός δίπλα σου, νομίζει ότι σε ξέρει. Πριν προλάβει να σου μιλήσει, γυρίζεις πίσω στον καυλωμένο κλητήρα και του λες έκανες λάθος. Μήπως έκανα εγώ το σφάλμα και έχασα μιας βδομάδας δωρεάν βόλτες στην Αθήνα; Γαμώτο, δεν έχω καιρό για βόλτες στην Αθήνα. Ο καιρός, τώρα πια είναι συνώνυμος με τις διαθέσεις, που δυστυχώς αρχίζουν να εκπίπτουν. 224 Ακαδημίας. Ένας κουκουλοφόρος με γυαλιά μυωπίας, βάφει με κόλλα, φυλλάδια για μαθήματα κιθάρας, πάνω στα κουβούκλια της στάσης. Ένας παππούς Πολωνός ή Ρώσος με τα ροζ χαρακτηριστικά μάγουλα του ανατολίτικου μπλογκ, κρατάει ένα πλαστικό ποτήρι ζητώντας λεφτά, ενώ κανονικά θα έπρεπε να παίζει με το βιολί του περπατώντας στις ταράτσες της πόλης. Η κυρία με το μπουφάν του Μικρού Πρίγκιπα, λέει σχεδόν θυμωμένα στην κυρία που φοράει τη φόρμα του Χόντος Σέντερ, «όχι δεν τους δίνω ούτε δεκάρα. Αυτοί φταίνε που κατάντησαν έτσι. Να έβρισκες μια δουλειά κύριε, για να είχες τώρα τον έλεγχο της ζωής σου», η βαμμένη έντονα υπάλληλος συμπλήρωσε «τους δίνεις και μετά σε καταριούνται κιόλας». Έλεγχος, πρόγραμμα. Αυτοκίνητο, ποδήλατο, χρωματιστές ζαρντινιέρες και κατάρες και μαύρη μαγεία. Βουντού. Χάνω τον έλεγχο. Το λεωφορείο μυρίζει κεφτεδάκια, λες και πάμε εκδρομή με το σχολείο. «Επανάσταση, όχι εξαθλίωση» διαβάζω πάνω στα μαρμάρινα ομοιώματα και το σκόρδο με ερεθίζει και η κοπέλα στο πίσω κάθισμα δένει πιο σφιχτά τη σακούλα με το τάπερ της κατασκήνωσης. Το αγόρι δίπλα της, με μια ελαφριά παιδική φωνή χασκογελάει και της λέει «να αρχίσουμε να κερνάμε τον κόσμο». «Δεν πληρώνω! Δεν πληρώνω», τουλάχιστον μέχρι τον Ευαγγελισμό, έχω ακόμα το ολοήμερο. Απότομο φρενάρισμα και τα κεφτεδάκια στροβιλίζονται στο κινούμενο πάτωμα του λεωφορείου. Στάση και ένας κύριος με καμπαρντίνα, μπαίνει βρίζοντας «γιατί άργησες ρε; γιατί; Τι χρωστάω εγώ να σε περιμένω! Και θέλετε να σας πληρώσουμε έ; Όχι! Πουτάνες όλοι γίναμε, των νταβατζίδων της βουλής. Πουτάνες!». Και όλοι τσακώνονται και όλοι φωνάζουν. Ίλιγγος και τάση για εμετό. Και όλοι ξερνάνε πάνω τους τα φαγωμένα κεφτεδάκια. Απλανή βλέμματα και θυμός και χολή. Πονάει το στομάχι μου. Κάνε στάση να κατέβω. Και ο έκπτωτος με τη καμπαρντίνα συνεχίζει να φωνάζει «να καεί το μπουρδέλο η βουλή».  Σπαραχτικό ανάθεμα του αφροδίσιου μεταδοτικού νοσήματος, που δυστυχώς δε χαίρει συνταγογράφησης και ίασης, αφού οι ορατοί εχθροί του δε συγκινούνται από τη μυρωδιά του σκόρδου όπως οι βρυκόλακες του Ίψεν. Σύφιλη η αρρώστια της εποχής και ηθικοπλαστικές ενοχές στα στασίδια της καθημερινότητας μας. Νομίζω ότι τώρα πια παρέλυσα και εγώ. Επαναλαμβάνω δυο δυο τέσσερα και μου μένει μόνο το τέσσερα στο στόμα.

Advertisements

About Αχ Ελένη

Journalist, Author and Traveler
This entry was posted in Αθήνα, Μέσα μαζικής κονσερβοποίησης, Μονόλογοι, Οι Άλλοι and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s