Οι Κωφάλαλοι

Έχω πάει σε αυτές τις ελληνικές βαρετές εκδηλώσεις τους φαίνεσθαι. Πιο πριν έχω συναντήσει φίλη, την έχει πιάσει υστερία και λούζομαι τη βλακεία της και το τσιγάρο της. Μετά, έρχονται οι δάνδηδες των τεχνών και της ποίησης και δημιουργούν στην ατμόσφαιρα μια μουγκαμάρα. Πίνω δεύτερο ποτήρι μπύρα και περιμένω να έρθει η αναθεματισμένη ώρα να φύγω. Φτάνουμε στην έκθεση. Παππούδες με γκρίζα άμφια και κυρίες με ταφτάδες και τούλια, απένταροι απόφοιτοι της αρχιτεκτονικής και κόκκινος οίνος που ευφραίνει και ελαφρύνει τις συνειδήσεις και για το τέλος μια στοίβα από άτσαλες μπερδεμένες γεύσεις πάνω στο συσσίτιο μπουφέ. Με το που μπαίνω στο χώρο, αφαιρούμαι από τις γνωστές φυσιογνωμίες. Μου μιλάνε ακατάληπτα κουραστικά. Προσπαθώ να τους αποφύγω, ρίχνοντας στο πρόσωπο μου τα μαλλιά μου και υποκρινόμενη ότι δεν τους ακούω. Τι, πώς, ναι, εναλλάσσονται δείχνοντας το πρόβλημα ακοής που βασανίζει την άμοιρη νέα κοπέλα, αυτή είναι η φήμη που θα κυκλοφορήσει μέσα στα επόμενα τέταρτα, όταν επιτέλους θα καταφέρω να αποδεσμευτώ από την ανούσια φλυαρία τους. Γυρνώ το κεφάλι, προσπαθώντας να εντοπίσω την ουρά που με ευλάβεια περιμένει με τα σικ άσπρα τετράγωνα πιάτα. Άδικα ψάχνω ουρές, τα εδέσματα έχουν πια εξαφανιστεί. Τελικά, όταν πρόκειται για φαγητό πάντα όλοι ξεχνάμε καταγωγές και τάξεις. Ορμάμε αδίστακτα με τα πιρούνια και τα μαχαίρια, λεηλατώντας τραπεζομάντιλα και βομβαρδίζοντάς το στομάχι μας με κορεσμένα και πολυεκόρεστα. Νομίζω, ότι οι άνθρωποι μόνο σε θέματα φαγητού πείθουν τους εαυτούς τους να υποβιβαστούν σε ίσες ακέραιες μονάδες με τους συνδαιτυμόνες τους. Όσο τα σκέφτομαι όλα αυτά, η φήμη ότι είμαι κουφή έχει ήδη διαδοθεί σε όλο το παρακμή πάρτι. Τα φαγητά εκλάπηκαν και εγώ ευτυχώς δε θα μπω στον πειρασμό να χαλάσω τη δίαιτα μου. Οι τελολογικές πιέσεις για το γυναικείο σώμα, τροφοδοτούμενα από τις κοινωνικές ιερές συνόδους μου έχουν δημιουργήσει κόμπλεξ, . Βαρέθηκα τους ρόλους που επωμίζομαι. Να μη δείχνω ευάλωτη, να το παίζω χαζή, να, να, να και μετά το να, γίνεται τραγούδι σαν αυτά που αθυρόστομα ξεστομίζεις και δε ξέρεις τους στοίχους. Μισομεθυσμένη και τραγουδώντας με το νανα, βλέπω ένα αγόρι που μοιάζει με τον Γκοτάρ. Ενθουσιάζομαι και του μιλάω. Σύμφωνα με τα περιρρέουσα λόγια έχει πρόβλημα στην ομιλία. Απελπισμένος, ρουφάει τα λόγια του στις σκέψεις του, προφέρει λέξεις που δε γίνονται προτάσεις γιατί ενδιάμεσα έχουν συσταθεί κινηματογραφικές εικόνες συγκίνησης και αποκλεισμού. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του χορεύοντας κάτω από το ημίφως του μυαλού του. Μου λέει για ταξίδια πάνω σε καναπέδες δεμένους με πολύχρωμα υφασμάτινα λαμπιόνια που φλέγονται μέσα σε πύρινους  ακάτους. Καζαμπλάνκα, Μαρόκο και Αλγέρι και ο κόσμος θα αιωρείται κάτω από τις πατούσες του. Σχοινοβατεί με δυο πλαστικά ποτήρια μπύρας πάνω στο σπασμένο μωσαϊκό και χαμογελάει κλείνοντας τα μάτια. Παραπατάει και βρίσκω την ευκαιρία να τον φιλήσω πεταχτά στα χείλια. Έτσι απλά με τα όνειρα του κρυμμένα κάτω από τις μασχάλες όπως οι τυλιγμένες εφημερίδες, γιατί ακόμα φοβάται ότι δε θα τα καταφέρει, για λίγο δειλιάζει όμως επιτέλους σχηματίζει τις πρώτες του προτάσεις που μοιάζουν με αληθινές λέξεις. Τον αφήνω μόνο, να ρεμβάζει με τα στριφτά του πάνω στον αιωρούμενο βυσσινί καναπέ και να προεκτείνει τα δάχτυλα των ποδιών του.

Advertisements

About Αχ Ελένη

Journalist, Author and Traveler
This entry was posted in Βαριέμαι, Οίνος και θέαμα, Οι Άλλοι, Τα Λαικά. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s