Here Comes the Sun

Γράψτε ένα σχόλιο

Filed under Ποίηση Παναντόλ

Πραγματικότητα

“Αν φορέσω 3D γυαλιά, θα μπορέσω να δω πιο καθαρά”; Την πραγματικότητα μωρό μου τη ζεις, δεν τη φοράς.

Γράψτε ένα σχόλιο

Filed under Έχω μυωπία, Μονόλογοι, Το Κορίτσι

Μη ή Μι;

Άλφα, Βήτα, Γάμα, Μη ή Μι;. Μου είπε ότι οι μουσικές που ακούω είναι θλιμμένες. Το βλέμμα υγρό κολλάει πάντα σε ένα σημείο ψηλά στη ράχη της κουρτίνας, εκεί που οι μικρές κόπτσες σουρώνουν και γεμίζει το δωμάτιο με σκιές. Μα πάντα το βλέμμα κολλούσε αλλού. “Δεν είσαι εδώ”. Μπάνγκ Μπάνγκ. Μου έδωσε ένα ελαφρύ χτύπημα στους μηρούς και ακούμπησα το πηγούνι μου στην πλάτη της καρέκλας. Απλά θέλω να ζήσω. Μπορώ;

Γράψτε ένα σχόλιο

Filed under Έχω μυωπία, Μονόλογοι, Το Κορίτσι

Νούμερα

Το τέλος μιας εποχής επέρχεται με την ανάθεση των ευθυνών στους απογόνους του μίσους. Παραμελημένοι υπέρ-καταναλωτές με μπλε ηλεκτρίκ καλσόν και κόκκινες μπέρτες, ποτέ δεν τα καταφέραμε. Ξοδεύαμε ασύδοτα και όχι σε συναισθήματα, σε αυτά πάντα κάναμε οικονομία. Άμοιροι, μωροί και οξύθυμοι παρακολουθούμε τη ζωή μέσα από μια οθόνη. Μερικές οθόνες δε χρειάζονται κεραίες για να λειτουργούν, έχουν πληκτρολόγια με γράμματα της αλφαβήτα. Και αποκτήσαμε σιγά σιγά μυωπία και σερνόμαστε σήμερα βαρείς,  ασθενείς στις κλινικές της αιμοκάθαρσης περιμένοντας τον αριθμό μας. Αγαπημένα μου νούμερα, μυρίσαμε την άνοιξη ή ακόμα γράφουμε συνθήματα πάνω σε τοίχους ολογράμματα;

Γράψτε ένα σχόλιο

Filed under Έχω μυωπία, Λάθος κρίση, Μιζέρια, Μονόλογοι

Πεθαίνω σα χώρα*

*του Δημήτρη Δημητριάδη (1978)

« (…) “… Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Γράφω σ’ εσένα γιατί μαζί ποθήσαμε να είναι γόνιμα αυτά τα σπλάχνα, κι αυτός ο πόθος μάς ένωσε νύχτες και νύχτες… και σ’ άλλες ώρες της μέρας, όταν ξαφνικά γινόταν ένα θαύμα και ξεχνούσαμε τον τρόμο που έτρεχε στους δρόμους καθώς μες στις φλέβες μας… τα εφιαλτικά δελτία ειδήσεων που μας εμπόδιζαν ακόμα και να κοιταζόμαστε… διαβασμένα από θεότρελους εκφωνητές… τα ουρλιαχτά που σκέπαζαν ακόμα και τις σειρήνες των ασθενοφόρων… Ποτέ δε θα το πίστευα πως η ανθρώπινη φωνή μπορεί να φτάσει σε τέτοια ύψη… να είναι τόσο απύθμενη… να προκαλεί τόση αναστάτωση με την επιβολή της… Τέλος πάντων, ποτέ δε συνήθισα τους ανθρώπους αλλ’ αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία. Βιάζομαι τώρα να σου πω μερικά πράγματα κι αυτά τα λόγια θα είναι και τα τελευταία που θα ’χεις από μένα. Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τα ’φαγε. Τη μισώ. Ναι, τη μισώ, τη μισώ. Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι, μου ’ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και να ’μαι. Μια γυναίκα… δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας απ’ αυτά. Εγώ δε θέλω να ’μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δε θέλω να είμ’ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θα ’θελα να μπορούσα να ζήσω, θα ’μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή. Έχει φάει σαν καρκίνος τα βυζιά μου, τα μυαλά μου, τα έντερά μου, έχει κατεβάσει όλες της τις πέτρες στα νεφρά μου και τα ’χει ρημάξει, έχει μαγαρίσει όλες τις πηγές απ’ όπου θα ’τρεχε το γάλα μου, έχει μαζέψει όλο της το χώμα μες στις φλέβες μου και μου ’χει σαπίσει το αίμα, έχει κάτσει όλη πάνω στην καρδιά μου και την έχει κουρελιάσει απ’ τα εμφράγματα και τις εμβολές, κάθε θεσμός της κι ένα έμφραγμα, κάθε νόμος της και μια εμβολή, τα ήθη της μου ’χουν σμπαραλιάσει τα πνευμόνια, η ιστορία της με κάνει να τρέμω συνεχώς ολόκληρη σα να έχω προσβληθεί από την πάρκινσον, ο πολιτισμός της μ’ έχει ξεπατώσει, μ’ έχει ξεθεώσει, δεν πάει άλλο, η θέση της η γεωγραφική είναι το άσθμα μου, ολόκληρο το σχήμα της άλλοτε απλώνεται πάνω στο σώμα μου σα γιγαντιαίος έρπης ζωστήρ και με τρελαίνει… κι άλλοτε παίρνει τη μορφή τσουγκράνας και μπήγεται στα μάτια μου, τεράστιας βελόνας και μου τρυπάει το κρανίο, βράχου ολόκληρου που κρέμεται από την άκρη των μαλλιών μου και με παρασέρνει σε μια θάλασσα πικρών δακρύων… κι όλο νιώθω στον τράχηλό μου το ζυγό της κι όλο δένει τη γλώσσα μου το τραύλισμά της κι όλο μου φέρνει κρύα ρίγη η χυδαιότητά της… η προσήλωσή της στα φαντάσματά της, οι υπεκφυγές της, οι αντιγραφές της, τα φρακαρισμένα της μυαλά, τα πτώματά της, τα κιβούρια της, τα εγκλήματά της… Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δε μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο. Πώς θα ζήσω χωρίς ύπνο; Δε θα ζήσουμε… όλο το σπέρμα όλων των αντρών της γης δε θα μπορούσε να ζωντανέψει εκείνη την κόχη του κορμιού μου απ’ όπου ξεκινάει η ανθρώπινη ζωή… Έχεις αδειάσει όλη τη ζωή σου μέσα μου αλλά μ’ έχεις αφήσει χωρίς ζωή… Κι εσύ δεν μπορείς. Μ’ έχεις σπείρει μα ο σπόρος σου δεν πρόκειται ποτέ να πιάσει, δεν μπορεί πια ο σπόρος σας να πιάσει… δε θα ξαναβγεί ποτέ πια ζωή από μέσα μας… Το παλιογύναικο. Ένα θα ’θελα, να την είχα μπροστά μου και να την έσφαζα με τα ίδια μου τα χέρια. Αχ, θε μου, να μπορούσα να τη σκοτώσω.

 

Κατάφερε οι δολοφόνοι της να φτάσουν ως τις μήτρες μας και να τις σκάψουν σαν τάφους, τα γουρούνια, τα γουρούνια, είν’ όλοι τους γουρούνια, από ποιον ν’ αρχίσω και σε ποιον να τελειώσω, όλοι τους δολοφόνοι, όλοι τους, αυτοί με κάνουν να νιώθω την ανάγκη για το πιο μεγάλο έγκλημα, για μια ατέλειωτη σφαγή, ατέλειωτη σφαγή… αχ, πώς αντέχουμε δω μέσα, πώς δε μας τρελαίνει ακόμα αυτή η παλιοσκύλα, αυτή η γκαρότα, αυτό το στραγγουλατόριουμ, σωστή αγχόνη… με τους επίσημους μαχαιροβγάλτες της που βγάζουν επίσημους λόγους σ’ επίσημες τελετές μπρος σ’ επίσημους μαχαιροβγάλτες… Ο κάθε πόρος της είναι και μια τσέτα, κάθε γωνιά της κι ένα λάζο, κάθε χιλιοστό της και μια τσάκα, είναι γεμάτη ξόβεργες θανάτου και κοφτερούς σουγιάδες, άντρο φονιάδων, απατεώνων και ηλιθίων, λημέρι άναντρων γαμιάδων κι ανίκανων σωματεμπόρων, μας πατάει το κεφάλι μέσα στα σκατά της, μας δίνει λυσσασμένες κλωτσιές στ’ αρχίδια, μας λιώνεις, μωρή, μας στραγγίζεις, μας ρημάζεις, μας διχάζεις, μας πνίγεις, μας καταδικάζεις, μας πεθαίνεις, μας πεθαίνεις, σκρόφα, ξεπουλημένη, μολυσμένη, ψειριάρα, φαρμακοδότρα, φιδομάνα, λύκαινα, γύφτισσα, αιμομίχτρα, που όλο μαϊμουδίζεις και παπαγαλίζεις, κατσικοπόδαρη, δίσεχτη, κακορίζικη, δε σε μπορώ, δεν τη μπορώ, τη δολοφόνα, την παιδοκτόνα, τη ζαβή, τη χολεριασμένη, τη στραβοκάνα, τη ζαβή, το τσόκαρο, την παλιόγρια, την παλιόγρια, που κακό χρόνο να ’χει, δεν αντέχω πια τίποτα δικό της, τίποτα, τίποτα, τη μισώ, τη μισώ, αχ, αχ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θα πεθάνω, τέρας, και θα εξακολουθώ να σε μισώ, ναι, το μίσος βράζει μέσα μου, θέλω να γράψω τους ανάποδους ύμνους απ’ αυτούς που γράφτηκαν ως τώρα γι’ αυτήν, λέξη προς λέξη να την τουφεκίσω και να την παραχώσω σα σκυλί με τα ίδια μου τα χέρια… Δεν είμαι πια γυναίκα… Ούτε κι εσύ πια είσαι άντρας… Μας τα πήρε όλ’ αυτή… Τι θα μείνει όμως απ’ αυτήν χωρίς εμάς; Τι θα είν’ αυτή όταν δεν θα ’χει μείνει τίποτ’ από μας;… Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχω μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα…” (…) »

3 σχόλια

Filed under Λάθος κρίση, Ποίηση Παναντόλ

Λέξεις από Κυ

Και μέσα σε μια νύχτα γίναμε υποτελείς στο σώμα. Κυνικός, κυκλοφορώ, κυρτός, κύβος, κυψέλη, κυλάω, κυρία, κύριος. Και θα σε φλερτάρουν άλλα αγόρια, τώρα που ο έρωτας έγινε και αυτός σαν το «σε αγαπώ», ξευτίλα. Ακαταλαβίστικα φορέσαμε τις λέξεις και προχωρήσαμε πιο πέρα για να δούμε μια ταινία. Ο Βακαλόπουλος και αυτός θύμα του μετά, περίμενε στο σεντόνι πάνω να φανεί η σωστή σειρά με τα άσπρα γράμματα για να τα δείξει στη Νανά. «Θέλω να γουστάρω» μου είπε η Λ. που έχει ένα πορτοκαλί peugeot και την ίδια ώρα ένας άνδρας μου πέρναγε στο λαιμό ένα κασκόλ. Προς στιγμή νόμισα ότι θα με έπνιγε και ξημέρωνε Κυριακή και ο δρόμος γίνεται πλατεία. «Ακόμα πίνουμε τα ποτάκια μας» μου είπε ένας φίλος. Η Β. είπε στο Ν. κάτι παλιό «Βάζω τη φωτιά, βάζεις το τσιγάρο;». «Που είναι έρωτας σου» ρώτησε η Α. «εκεί που είναι και ο δικός σου» απάντησε ο Β. «λες να είναι μαζί;» τους είπα εγώ. Ο Πόε αφιέρωσε το «Εύρηκα», σ’ αυτούς κυρίως που αισθάνονται, στους ονειροπόλους. Βασανισμένε Έντγκαρ, έφυγες μισός από αυτόν τον κόσμο. Το ένα σώμα πάνω στο άλλο, χωρίς να κάνουμε παρέα. Νταπ νταπ είναι στενά τα παπούτσια και γυρίζεις μόνος σπίτι. Λιποδιάλυση ενός ανύπαρκτου και περιορισμένου κόσμου που δεν εκτελείται. Πόσες κόκα κόλες έχεις πιει στη ζωή σου; Μπες μέσα σε ένα ψυγείο και κάτσε εκεί ώρες δίπλα στο βούτυρο και στο γάλα. Μην πεις σε κανέναν να τραβήξει το καλώδιο από την πρίζα. Έτσι όμως μόνο παγώνεις για κάποιους μήνες. “Το θέμα όμως μωρό μου είναι να λήξεις”, μου είπε ο Β. Θα γίνεις απλά ένας τραγικός κυνικός σαδιστής, μοχλός των ορμών σου και της καύλας σου μέχρι να μπορέσεις να δείς. Αποσύνθεση επιτάσσει η εποχή. Μια κοινωνία που καταδύεται στα σκατά δεν τη σώνει ο έρωτας, γιατί και αυτός δεν είναι τίποτα άλλο από μια σωματική ανάγκη.

3 σχόλια

Filed under Αθήνα, Λάθος κρίση, Μονόλογοι

Παρελθόν

Παράγινε το κακό με τις βόλτες στο σούπερ μάρκετ για να συγκρίνουμε τάχα τις τιμές. Παιδιάστικες επινοήσεις για να εξασκείται το μυαλό και να ψάχνει αφορμές για να γράφει. Το ’κανες και εσύ στο παρελθόν, να πάρε τώρα για να μάθεις. Η εποχή δε ψάχνει προσφορές σε σακούλες σούπερ μάρκετ. Κάποτε θα έρθει μια μέρα που η ζωή θα είναι απλά κανονική, και εσύ θα συνεχίσεις να είσαι ακανόνιστη, μα θα ‘σαι πραγματικά ευτυχισμένη, έστω μόνο για στιγμές (αυτό για τους δύσπιστους γήινους που θα θελήσουν να αμφισβητήσουν ακόμα και την ποιητική αρρυθμία τούτων των γραμμών).

1 σχόλιο

Filed under Έχω μυωπία, Λάθος κρίση, Συνουσίες, Το Κορίτσι

Γυμναστικές Επιδείξεις

Δεν αρκούν οι γυμναστικές επιδείξεις, άχρηστες απομένουν για μια ζωή, μαζεύονται μοναχικές, στο τέλος της κάθε εποχής στα παρασκήνια μιας σχολικής γιορτής. Στα τελευταία τραπέζια, στις ζωντανές σκηνές των  κωλόμπαρων πάνω στους εξώστες της εθνικής, κοπέλες πουλούν για ένα εικοσάρικο, παρέα και στοματικό έρωτα σε μικροσκοπικούς, δειλούς ανθρώπους που φορούν νοικιασμένα κουστούμια. Στα μικρόφωνα, παράταιρη ακούγεται η φωνή μιας λαϊκής αοιδού. Φτερά και πούλιες έχουν γεμίσει τη μικρή πλαστική της πίστα. Ένας πόντος διαφεύγει πάνω στο μπλε ηλεκτρίκ καλσόν της. «Ποτέ τόσες νύχτες για ‘σένα, ποτέ τόσο εσύ πουθενά, και εκεί που σε παίρνω για ψέμα… ποτέ…» και παραπατά μόνη από το αλκοόλ πάνω στους λειψούς της στοίχους. Τα συστήματα συλλογής, περισυλλογής και τελικής διανομής των κόκκινων γαρύφαλλων, παρεμβάλλονται και τα φώτα αναβοσβήνουν. Τα γκαρσόνια με τη χωρίστρα, κοιμούνται πάνω στα τραπέζια και οι μικρές τους τσατσάρες ξεβράζονται μέσα στα φαράσια. Οι Πακιστανοί της κουζίνας γίνονται τώρα οι νέοι θαμώνες. Μοιράζονται το ξεχασμένο στο πάτωμα πακέτο μουράτι του ερωτευμένου πελάτη, που τώρα αγκαλιάζει ένα στρουμπουλό κορίτσι με ψεύτικά μαλλιά. «Ποτέ δε θα μπω σε άλλο σώμα, ποτέ κι αν γυρνώ σα σκιά…» και στο ποτέ αλλάζει τη φωνή της και ρωτά εκείνους, τους από κάτω που μοιάζουν σαν κίτρινα ταξί και χαζεύουν το σώμα της αν την καταλαβαίνουν. Κανείς δε νιώθει τίποτα από τις λέξεις της, μάλλον γιατί η φωνή της βγαίνει τρεμάμενη σχεδόν άγαρμπη, εδώ και καιρό και αυτή έχει σταματήσει πια να καταλαβαίνει. Εκείνοι το μόνο που θέλουν είναι απλά να βρεθούν μέσα της και να τους φτάσουν τα τσιγάρα. Ολοκληρώματα πάνω σε νοητές καμπύλες αισθητών ολογραμμάτων. Και τα κορίτσια πάντα θα τρέχουν ξοπίσω του και κρυφά θα τον ακολουθούν. Θα καταπίνουν μια μια τις λέξεις του για να μην πνιγούν. Και κάποτε θα έρθει η άνοιξη, αφού πρώτα θα έχουν συναντηθεί μια Κυριακή πριν τις αλκυονίδες μέρες. «Αλήθεια» τους ρωτάει, «ξέρει κανείς πότε είναι οι Αλκυονίδες μέρες;» και ένα μικρό και στεγνό πράγμα κολυμπάει ήδη στη μέση του λαιμού της.

2 σχόλια

Filed under Οι ενδιάμεσοι, διαφημίσεις

Ροζ

Μια ροζ μελαγχολία, σχεδόν παιδική ταλαιπωρεί το λαιμό μου.

Γράψτε ένα σχόλιο

Filed under Μονόλογοι, Το Κορίτσι

Λένα

Γράψτε ένα σχόλιο

Filed under Ποίηση Παναντόλ

Εις τη Νι

Τίποτα πια δε θα είναι το ίδιο. Γίναμε εφεδρικοί και απολυμένοι. Επανέλαβε μετά από εμένα. Δε ξέρω πώς θα σωθώ. Μου λείπουν οι ανεμιστήρες. Καθόμουν ώρες ολόκληρες μπροστά τους και σχημάτιζα λέξεις ανάμεσα στους έλικες και η φωνή μου έβγαινε τρεμάμενη. Πολλά καλοκαίρια πριν ένα μικρό κουρδισμένο ρομπότ με ένα άσπρο φανελάκι, έπεφτε νεκρό πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Η γραφομηχανή ήταν πάντα μέσα στη γκρι θήκη της. Απορώ πως και δεν έγραψε ποτέ του τίποτα. Τις Κυριακές πάντα έπαιρνε ένα κίτρινο ταξί για να πάει στο Ζάππειο. Του άφηνε φιλοδώρημα 100 δραχμές παραπάνω. Μου λείπουν τα ραδιόφωνα με τις σπασμένες κεραίες και τα μεγάλα καντράν. Βραχέα, μεσαία και υψηλά. Μισθός για να επιζήσεις. Δε ξέρω αν έζησες ποτέ σου. Μου λείπουν οι Κυριακές του καφέ και των εφημερίδων. Δυο δραχμές. Με 10 δραχμές έπαιρνες παγωτό. Τώρα πια αμίλητοι, λειψοί, αμέτοχοι περνάνε την Πανεπιστημίου χωρίς ομπρέλα. Πάντα ήθελες να γίνεις συνταξιούχος. Θα είχες χρόνο να διαβάζεις βιβλία, να γυρίσεις τον κόσμο, να χωρίσεις τη γυναίκα σου και να βρεις τον έρωτα της τρίτης ηλικίας. Μου λείπει η ξεγνοιασιά και ακόμα ζω σε ένα κράτος φτώχειας. Το χρηματιστήριο ανεβαίνει και οι συνειδήσεις βαραίνουν. Τις νύχτες μπορείς να κοιμηθείς; Ρούχα, κουβέρτες και πατάτες μοιράζονται στις πλατείες. Ατελείωτες ουρές. Ένα παιδί κλέβει ένα μικρό πορσελάνινο σκυλάκι. Ποιος δεν έκλεψε στην παιδική του ηλικία; Πάντα υπάρχει ένα κατάστημα κοντά μας για να καταναλώνουμε. Πειθαρχία. Μέτρα λιτότητας. Αποκωδικοποιημένα σώματα, πνίγονται στα ρηχά. Ποιος προγραμματίζει τις σκέψεις; Φτάνουμε στο τέλος. Στο κέντρο της Αθήνας σήμερα το βράδυ θα βρέξει, ελπίζω όχι αίμα.

 

1 σχόλιο

Filed under Λάθος κρίση, Μιζέρια

Μετά το πριν

 

Το πριν

Απαγορευτικές εξισώσεις αποσυντονίζουν τα ραδιοκύματα της λογικής. Κάνω κύκλους γύρω από εμένα για να περικυκλώσω εσένα. Μα πόσο άγαρμποι γινόμαστε και οι δύο αγάπη μου. Πρέπει να γράψω για την ενεργειακή αρχιτεκτονική και μονάχα την αρχιτεκτονική του σώματος σου συλλογίζομαι.

και το μετά

Οι λέξεις πρέπει κανονικά να βγαίνουν αυθόρμητες, ζεστές και εσύ με λογοκρίνεις με συγκρατείς. Ακόμα και το πάθος το θες όλο δικό σου. Όλοι πια κυκλοφορούν στους δρόμους με χανζαπλάστ στην καρδιά. Από τότε που το σώμα έμαθε να υποφέρει, οι σιωπές πολλαπλασιάστηκαν, μπήκαν βαθιά μέσα στα συρτάρια των κομοδίνων και στις γωνίες των μπλε καναπέδων, και τώρα αυτό ακέραιο, απόλυτα μονός αριθμός, ζητά ευθανασία.

 

Μακρινή που μου φαίνεσαι αγάπη μου…

 

 

Γράψτε ένα σχόλιο

Filed under Συνουσίες, Το Κορίτσι, Το αγόρι

Νίκος Εγγονόπουλος

Γράψτε ένα σχόλιο

Filed under Ποίηση Παναντόλ

Le feu follet

Γράψτε ένα σχόλιο

Filed under Ποίηση Παναντόλ

Σουρεάλ Φιλιά

Κοίτα με βαθιά μέσα στα μάτια, μπορείς; Δε ξέρω να γράφω μεγάλες λέξεις. Πάντα ήμουν αργή να τις προφέρω. Οι υπαγορεύσεις είναι για τα μπλόγκ με τα σπιράλ, και σου έχω πει ότι δεν τα μπορώ και αυτά και τα πράσινα μακρινά λάστιχα ποτίσματος. Είμαι απλά πραγματική. Αναγνωρίζω όλα τα συμπτώματα. Δύσπνοια, ώρες κοινής ησυχίας, μαστίχες με γεύση μέντα. Δεν ήξερα ότι η μέντα ήταν αφροδισιακή. Σουρεάλ φιλιά. Δεν τρεφόμαστε από το λίγο των άλλων αγάπη μου. Όλοι για το πολύ πάμε και κάποιοι στα μισά του δρόμου μένουν. Διάσειση και άλλα καταληκτικά σε α. Αυστηρώς προσωπικό το α. Δε θέλω να ανταλλάσουμε φωνήεντα, κάποτε και αυτά τελειώνουν και φοβάμαι πώς στο τέλος δε θα ‘χω να σου πω τίποτα. Στα όρια του υπαρκτού μπορείς να ζεις; Εγώ δε μπορώ το μη υπαρκτό, μεγάλωσα πια, πήρα κιλά και απέκτησα δυο βαθμούς μυωπία. Έλα να πάμε μια βόλτα. Μερικές φορές δεν αναμετριέμαι με τα θέλω μου, τα αφήνω δυσανάγνωστα να υπαγορεύονται σε δεκαδικά ψηφία. Και εσύ αγάπη μου; Δε θα γίνω ποτέ η Χάνα σου, γιατί είμαι απλά η Ελένη…

2 σχόλια

Filed under Συνουσίες, Το Κορίτσι, Το αγόρι

Λογική

Τέτοια ησυχία είχα να ακούσω πολύ καιρό. Μπα, θα είναι μια απλή κρίση άσθματος. Όχι η υπαιτιότητα της κατάπαυσης διαφαίνεται ξεκάθαρα μέσα στην ακτινογραφία. Ο περιβάλλων χώρος φταίει είναι αρκετά ξηρός. Ξημερώνοντας μέσα στο κενό. Δε ξέρω πώς είναι να ζεις μέσα σε κουτιά μετακόμισης, πνιγμένος από κολλητικές ταινίες και μαρκαδόρους που αναγράφουν προσοχή κουζινικά, γυαλί, χειμωνιάτικα ρούχα, πετσέτες και μπουρνούζια. Πώς γίνεται να μοιραστείς με κάποιον τις σκέψεις σου και να μη γίνεις μισητός; Δε θα σε πιστέψει ποτέ, δε ξέρω βέβαια αν μπορεί να σε ακούσει. Φορά κάθε μέρα ακουστικά συνδεδεμένα με άγχη, απορίες, αργοπορίες, περίμενε στην ουρά, απωθημένα, πλαστικό φαγητό, κομφετί και πυρομαχικά. Ξανά από την αρχή, φταίνε και τα μυωπικά γυαλιά, μου δημιουργούν ιλίγγους και ναυτίες, για αυτό δε σε ακούω καλά. Θα ήθελα μια φορά να είμαι, ακριβώς εκεί, να μη νοσταλγώ το μετά. «Τραλαλά» και εκείνος ακούει το βρουμ βρουμ των περαστικών αυτοκινήτων. Ποιά να είναι άραγε η σχέση του σαδομαζοχιστή και του αφέντη; Αχ μακάρι να ήμουν πιο πρακτικό μυαλό. Έπρεπε να μη χάζευα στο μάθημα της γεωμετρίας, της φυσικής και των μαθηματικών. Θα σκεφτόμουν πολύ λογικά και δε θα υπέφερα από ερμηνείες, ανοησίες, ανούσια γιατί και μα πώς. Θα ήξερα ότι απλά βρέχει και πρέπει να πάρω ομπρέλα μαζί μου, ότι χάλασε η λάμπα γι’ αυτό είμαι στεναχωρημένη, ότι το κέικ θέλει 3 αυγά, και μισό κιλό αλεύρι. Ίσως θα ήμουν πιο όμορφη έτσι…

Γράψτε ένα σχόλιο

Filed under Λάθος κρίση, Μιζέρια, Μονόλογοι, Το Κορίτσι

Ένας μικρός κροκόδειλος

Δεν έμαθα ακόμα να οδηγώ, το μόνο που ξέρω είναι να προσπερνώ στις παρακάμψεις τους επιβατικούς ανθρώπους. Κάποτε παραμίλησα κοιτώντας μέσα από τον καθρέπτη και παρέσυρα στο τέλος του δρόμου έναν μικρό κροκόδειλο. Από τότε, στο ύψος 08 και 9 τέταρτα και 36 μοίρες της εθνικής οδού υπάρχει ένα πράσινο εικονοστάσι. Οι προσκυνητές αφήνουν εκεί τεμαχισμένα πόδια, χέρια, κεφάλια και μια μισή καρδιά. Όταν υπάρχει μέσα μου συνοδηγός, τα γράμματα πετάγονται βροχή, επίτηδες για να μην αντιληφθεί εκείνος τη μοναξιά μου. Κύλινδροι αλαλάζουν σαδομαζοχιστικά πάνω στα πέλματα της ασφάλτου και οι λεζάντες εκτινάσσονται στις άσπρες διακεκομμένες ευθείες. Και στο κεφάλι μου χορεύουν τόξα, ακτίνες, σήματα φωσφορικά, πεζοί με διάφανα μάτια και οδηγοί ποδηλάτων, ντυμένοι μελισσοκόμοι. Θα ήθελα να υπάρχω, μα με σβήνει το μετά. Εξουθενωτικές παραλλαγές και αυξομειώσεις συναισθημάτων. Οριστικά «για πάντα». Πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα μπαμ! Και αναβοσβήνουν οι εικόνες. Το μερικό προβάλλει αντιρρήσεις στον τρόπο που απλώνεις τα ρούχα. Πιάνεις πρώτα τις άκρες, τις τεντώνεις και τις πετάς πάνω στα συρμάτινα σκοινιά. Και το αυτοκίνητο μπλέκεται μέσα σε μπουγάδες. Τι παράξενο οι δρόμοι να είναι γεμάτοι πλυντήρια και στεγνωτήρες. Και δεν παίρνω πια αγχολυτικά, απλά αντιγράφω σκέψεις. Στάση για ένα πλαστικό μπουκάλι νερό. Τέρμα θεού. Μα δε σου έμεινε τίποτα πια να φαγωθεί, το έδωσες στα ζόμπι. Λεωφόρος Ταρλάμπασι, εκεί δεν υπάρχουν εικονοστάσια, μόνο φαγωμένα ναυπηγεία και μεταφορείς ψυχών. Έστω για μια φορά, να μην τραύλιζαν οι εικόνες μέσα μου. Αυτή η ακαταστασία στον τρόπο έκφρασης αναπληρώνει τα κενά. Κωφάλαλος άνθρωπος, γυάλινο ανθοδοχείο.

Γράψτε ένα σχόλιο

Filed under Μιζέρια, Οριένταλ Ντριμς, Οι Άλλοι, Συνουσίες

Αλλού

Κάπου υπάρχει ένας κόσμος πελώριος, που εκτείνεται πέρα από το δωμάτιο μου. Πήρα 3 ολόκληρα κιλά για να μπορέσω να τον δω.

 

5 σχόλια

Filed under Λάθος κρίση, Μονόλογοι, Το Κορίτσι

Αγάπη

Μερικές φορές αναρωτιέμαι γιατί υπέγραψα παραίτηση. Το πι κεφαλαίο πήγε και σφηνώθηκε στον ακρογωνιαίο τένοντα των μοιρών μου. Κανείς δεν αντιλήφθηκε την καθοδική του πορεία. Κανείς δεν ανησύχησε για τη διαβητική διάθεση μου. Δε γίνεται αλλιώς. Και νόμισα για μια στιγμή πως συναντιούνται οι ανησυχίες στην άκρη της γλώσσας. Δεν υποφέρω το πάγωμα των οπτικοακουστικών τους μέσων. Κάμερες, κεραίες, κουμπιά, καλώδια, πλοκάμια με στρογγυλές βεντούζες περικυκλώνουν το μάτι της πόλης και οι άνθρωποι με τα καροτσάκια των σούπερ μάρκετ πληθαίνουν. Κάποτε με τη Λάμδα κάναμε βόλτα μέσα σε αυτά. Καταφέραμε και φτάσαμε μέχρι τη λεωφόρο Αλεξάνδρας, ως εκεί άντεξαν τα χερούλια. Ξέρεις… δε μπορώ, δεν αντέχω, δε νομίζω να τα καταφέρω ως το τέλος. Ναι θα φορέσω μουσική γύρω από τα αυτιά, θα μεθύσω με τους στοίχους κοιτώντας τους τοίχους, θα δω φίλους, θα βρω εραστές ναι ναι θα τα κάνω όλα αυτά, απλά δε ξεπερνιούνται οι φόβοι μονάχα με τα όνειρα. Πολλοί στάθηκαν να δουν τον κόσμο πίσω από κόκκινα παραθυρόφυλλα, παππούδες με καλά κουστούμια και γιαγιάδες με μπικουτί στα μαλλιά. Μετά από κάποια ηλικία κρέμεσαι στα μπαλκόνια, μάλλον μόνο τότε αντιλαμβάνεσαι το σύμπαν, όταν αρχίζεις να πάσχεις από ησυχία. Και οι δολοφονικές σου τάσεις; Μάλλον κάποιο λάθος θα έχει γίνει στον κινητήρα των σκέψεων σου. Θα ήθελα να τα καταστρέψω όλα, να τα κάψω, να μην υπάρχει Θεός, ούτε έντομα, ούτε σφραγίσματα, ούτε ουτοπίες, ούτε τετράδια σπιράλ, ούτε λάστιχα του ποτίσματος μονάχα αγάπη ρε μουνιά!

1 σχόλιο

Filed under Λάθος κρίση, Μονόλογοι, Το Κορίτσι

Ευθανασία

Μα δε μπορεί στη ζωή να νικάνε πάντα οι κακοί. Κίτρινοι και άσπροι θύλακες πάνω στο δέρμα. Ύψος μέτριο προς τα χαμηλά, εκεί που σκύβεις για να δεις τον άλλον, που είναι χωμένος στα σκατά. Δόντια μυτερά, γέρικου λυσσασμένου σκύλου που είναι έτοιμος για ευθανασία. Βαμμένα κίτρινα μαλλιά σουπιάς. Και τα παιδιά τους θα μείνουν ίδια. Κινήσεις τρεμάμενες, νευρικές. Χοροπηδητά στο δρόμο και τραγούδια χωρίς ρίμες, ανύπαρκτα, να αυτά που προφέρονται για να κρύψουν το ανύπαρκτο μισό τους. Ανάσες που μυρίζουν θειάφι και προμηνύουν απώλειες. Αν μπορούσα θα έχωνα βαθιά μες στο δέρμα το φονικό μου όπλο, έτσι επίτηδες για να ήταν επίπονος ο θάνατος τους. Αλήθεια δεν ήξερα ότι μπορεί να μισηθεί έτσι άνθρωπος. Πατέρα γιατί με εγκατέλειψες;

1 σχόλιο

Filed under Μιζέρια, Οι Άλλοι, Το Κορίτσι